Το Τυμπάκι κατα την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1669-1898)

  24 March, 2021 ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑΑΡΘΡΑΓΝΩΜΕΣ
Το Τυμπάκι κατα την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1669-1898)

Μια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία του Τυμπακιανού αξιωματικού του Ελληνικού στρατού κ Ιωάννη .Ε Κολυμπιανάκη, με αφομή την συμπλήρωση 200 χρόνων από την Ελληνική Παλιγγενεσία

"Η ερευνητική πρόταση που παρουσιάζω είναι "αιρετική" αλλά έγινε προσπάθεια από μέρους μου, να την στοιχειοθετήσω με τεκμήρια και αποστασιοποιημένα. Την περίοδο που ζούμε,  λέξεις - έννοιες όπως:  Έλληνας, επανάσταση, έθνος, πατρίδα, βλέπουμε ότι επαναπροσδιορίζονται και και αναπροσαρμόζονται στα δεδομένα της εποχής. Ας δούμε λοιπόν την επέτειο των 200 χρόνων με προβληματισμό αλλά ταυτόχρονα αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο." αναφέρει σε σχετική τοποθέτηση του ο κ. Κολυμπιανάκης

Αναλυτικά η εργασία:

Τυμπάκι 1669-1898

Εισαγωγή

Η  κωμόπολη του Τυμπακίου βρίσκεται στο νότιο άκρο του Νομού Ηρακλείου στην πεδιάδα της Μεσαράς και βρέχεται από το Νότιο Κρητικό Πέλαγος. Από την αρχαιότητα η περιοχή υπήρξε σημαντικό εμπορικό και διαμετακομιστικό κέντρο στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Τα Μινωικά ανάκτορα της Αγίας Τριάδας και της Φαιστού, καθώς και τα ευρήματα που έχουν βρεθεί σε αυτά, μαρτυρούν ως τις μέρες μας,  ότι η περιοχή υπήρξε πολιτικό αλλά και πολιτισμικό κέντρο στην αρχαιότητα.

Το Τυμπάκι, όπου πρώτη γραπτή αναφορά έχουμε ως οικισμός Chimbachi σε έγγραφο του 1248[1], έχει άμεση σχέση με τους γύρω οικισμούς Αγίου Ανδρεά, Ξηρού Χωριού, Σουμπάλουσας, Αγιας Τριάδας, Φωτεινόπουλου και Πυργιώτισσας οι οποίοι εγκαταλείφτηκαν σταδιακά έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι κάτοικοι τους εγκαταστάθηκαν στο Τυμπάκι. 

Η θέση του Τυμπακίου μέσα στην πεδιάδα της Μεσαράς, δίπλα στη θάλασσα και πλησίον των εκβολών του Γεροποτάμου (άλλοτε Μαλονίτη) ήταν ευχή και κατάρα για τους κατοίκους του μέσα στους αιώνες. Ευχή λόγω των γόνιμων εδαφών και των κλιματολογικών συνθηκών, αλλά και κατάρα διότι η περιοχή είναι εκτεθειμένη τόσο από την θάλασσα όσο και από τη στεριά σε  επιδρομές. Η περιοχή λόγω της μεγάλης πρωτογενούς  παραγωγικής  δυναμικής της, αποτελούσε το περιβόλι της Κρήτης- όπως λέγεται ως σήμερα-  και ήταν σημαντικό   να ελέγχεται για τον επισιτισμό της πόλης του Ηρακλείου για την περίοδο μου μελετά η παρούσα εργασία.

Επίσης, το Τυμπάκι από  στρατηγικής  σκοπιάς  αποτελούσε χερσαίο  συγκοινωνιακό κόμβο  των  αξόνων Ηράκλειο-Αμάρι-Ρέθυμνο και Ηράκλειο-Σφακιά. Την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας της Κρήτης η περιοχή των Σφακίων στα Λευκά όρη και το Αμάρι στον Ψηλορείτη αποτέλεσαν σημαντικά επαναστατικά κέντρα και χώροι καταφυγής των ντόπιων επαναστατών. Ο ασφαλέστερος τρόπος προσέγγισης των περιοχών αυτών από την πλευρά του Οθωμανικού στρατού ήταν μέσω του Τυμπακίου, καθώς αποφεύγονταν οι μεγάλοι ορεινοί όγκοι όπου  θα μπορούσαν οι επαναστάτες να αμυνθούν καλύτερα. Επίσης, οι επιτιθέμενοι μπορούσαν ευκολότερα να κινηθούν προς τα πίσω εάν η θέση τους ήταν δυσχερής, και ακόμα  είχαν δυνατότητα  άμεσης ενίσχυσης και τροφοδοσίας δια μέσου της θάλασσας στον κόλπο της Μεσαράς.

Από στρατιωτικής-τακτικής πλευράς, το αναπεπταμένο έδαφος της περιοχής ενδεικνυόταν για έφιππες επιδρομές κυρίως τους θερινούς μήνες καθώς τη χειμερινή περίοδο τα ποτάμια και τα έλη που κάλυπταν μεγάλη έκταση αποτελούσαν φυσικά κωλύματα  για όσους δεν γνώριζαν επαρκώς την περιοχή. Επομένως, ένας ισχυρός στρατός είχε τακτικό πλεονέκτημα στον αγώνα «εκ του συστάδην» στην πεδιάδα.

Παρόλο που ο τίτλος της εργασίας είναι πολύ συγκεκριμένος γεωγραφικά, η εργασία περιέχει ιστορικά στοιχεία από την ευρύτερη περιοχή, καθώς  το Τυμπάκι είναι άμεσα συνδεδεμένο με τα χωριά την επαρχία Πυργιώτισσας[2] καθώς και τα χωριά της Αμπαδιάς[3] και ως εκ τούτου υπάρχουν αναφορές και σε αυτά εξίσου.

Η περίοδος πριν την Οθωμανική κατάκτηση

Η Βενετοκρατούμενη Κρήτη,  από τον  13ο αιώνα,  ανήκει  στις τελευταίες ελληνικές περιφέρειες που  θα βρεθεί υπό Οθωμανική κυριαρχία. Ήδη από τον 16ο αιώνα ο αρχιναύαρχος του Οθωμανικού στόλου Μπαρμπαρόσα κάνει τις πρώτες επιδρομές στην δυτική Κρήτη. Παράλληλα, τα νότια παράλια αποτελούν ορμητήρια χριστιανών   πειρατών. Πλησίον του κόλπου της Μεσαράς[4] και ανατολικά, υπάρχουν πολλοί μικροί όρμοι οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ως αγκυροβόλια και χώροι απόκρυψής πειρατών από  τα οποία εφορμούσαν στα διερχόμενα πλοία. Στο πλαίσιο των εκατέρωθεν ναυτικών επιχειρήσεων εντάσσεται και η Οθωμανική επιδρομή στους οικισμούς της Πυργιώτισσας, το 1558[5], όπου καταστρέφεται το φρούριο, απ’ όπου έχει λάβει και η επαρχία το όνομα της.     

Στα μέσα του 17ου αιώνα ο πέμπτος βενετό-οθωμανικός πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη ενώ το 1669 με την πτώση και του Χάνδακα η Κρήτη βρίσκεται υπό Οθωμανική εξουσία. Στη διάρκεια των εικοσιτεσσέρων ετών που διήρκησε ο πόλεμος μεταξύ Βενετίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο κόλπος της Μεσαράς  χρησιμοποιήθηκε από τους Οθωμανούς ως λιμάνι ανεφοδιασμού, όπως μας μεταφέρει ο Μπουνιάλης[6] στον «Κρητικό Πόλεμο», από το 1652. Η περιοχή της Πυργιώτισσας όμως δεν βρίσκεται πλήρως υπό τον Οθωμανικό έλεγχο. Το 1660 γίνονται επαναστάσεις ενάντια στους Οθωμανούς σε διάφορες περιοχές της Κρήτης μεταξύ των οποίων και η Πυργιώτισσά, η οποία και καταπνίγεται. Οι επαναστάτες ζητούν  με επιστολή[7]  από τον Φραντσέσκο Μοροζίνι, Αρχιστράτηγο των Ενετών του Χάνδακα να τους φυγαδεύσει. Τα ονόματα που υπογράφουν την επιστολή είναι «Νικόλαος Πιζάνι, Ιερώνυμος Πανταλέων, Λεονάρδος Πανταλέων, παπά Μιχάλης Γκαλάσος, Πέτρος Γκαλάσος, Δημήτριος Γκαλάσος, Νικολάκης Κονδύλης, Μιχαήλ Βλαδίμηρος, Μανιος Κριλούδης, ηγούμενος μονής Οδηγήτριας Ιωσήφ, παπά-Διονύσης Σέμος». Τα παραπάνω ονόματα είναι φανερό ότι ανήκουν ως επί το πλείστον σε Βενετούς.

Επίσης, η επιστολή που συντάσσουν δείχνει έντονα φόβους για προδοσία. Από τα παραπάνω, καθώς και από τον μικρό αριθμό των επαναστατών, τρεις εκ των οποίων ήσαν κληρικοί, εξάγεται το συμπέρασμα  ότι οι Κρητικοί της υπαίθρου  μάλλον κράτησαν ουδέτερη ή φιλική στάση  στην Οθωμανική κατάκτηση. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1669 ο Χάνδακας παραδίδεται και η Κρήτη βρίσκεται πλέον υπό πλήρη Οθωμανικό έλεγχο.

Κλείνοντας την πρώτη ενότητα της εργασίας κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι μερικά χρόνια αργότερα, το 1689, η Ρωσία προσπαθεί να δημιουργήσει το δικό της δίκτυο στην Ελληνική χερσόνησο, προβάλλοντας το ομόδοξο δόγμα[8]. Η κατάσταση αυτή μπορεί να συνδεθεί με την περιοχή που ερευνούμε καθώς, στα νοτιοανατολικά της πεδιάδας της Μεσαράς, στους πρόποδες των Αστερουσίων, η περιοχή φημίζεται από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ως κέντρο μοναστικό και ασκητικό. Η Μονή Οδηγήτριας αποτελεί το εξέχον μοναστήρι  της περιοχής, το οποίο συνδέεται με το Οικουμενικό Πατριαρχείο από την περίοδο της Ενετοκρατίας[9].

Η  Πρώτη Οθωμανική Περίοδος (1669-1821)

Το 1694 πρωτοεμφανίζονται οι Χαΐνηδες[10] στην περιοχή. Η πρώτη  τους επιδρομή γίνεται στο χωριό Βαθειακό Αμαρίου, χωριό της Αμπαδιάς, στις 10 Απριλίου. Αντίστοιχο γεγονός συμβαίνει στις Μοίρες Καινουργίου στις 28 Μαΐου. Παράλληλα, μια ακόμα επιδρομή Χαΐνηδων της περιοχής θα γίνει τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Και τα τρία γεγονότα εκδικάστηκαν στο Ιεροδικείο Μοιρών[11]. Ό λόγος που και οι τρείς υποθέσεις οδηγήθηκαν στο Ιεροδικείο, πέραν του αξιόποινου, ήταν ότι αποδείχθηκαν οι ένοχοι.

Στην υπόθεση του Βαθειακού,  οι συλληφθέντες είχαν  ορμητήριο το Βενετοκρατούμενο φρούριο της Σούδας, οι οποίοι και καταδικάστηκαν να κωπηλατούν ισόβια στον Οθωμανικό στόλο[12]. Επίσης όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το χωριό που δέχθηκε την επιδρομή ήταν Αμπαδοχώρι, δηλαδή κατοικούνταν από μουσουλμάνους, άρα ενδέχεται η επίθεση να αποτελούσε ξεκαθάρισμα λογαριασμών για την περίοδο του Κρητικού Πολέμου.

Στην περίπτωση της επιδρομής στις Μοίρες, υπήρξε συνεργασία Βενετών και «απίστων» Χαΐνηδων, όπως μαρτυρά η απόφαση του Ιεροδικείου, το οποίο τους καταδίκασε σε απαγχονισμό. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην απόφαση αυτή,  υπογράφουν ως μάρτυρες ιερείς και έγκριτοι Μοιριανοί, οι οποίοι βεβαιώνουν ότι δεν θα υποθάλπουν στο μέλλον ληστές και εγκληματίες. Στην τρίτη υπόθεση γίνεται δήμευση περιουσίας καθώς οι Χαΐνηδες (από Κισσούς, Σίβα, Πηγαϊδάκια) παρέμειναν ασύλληπτοι. Και πάλι όμως γίνεται αναφορά ότι ήταν συνεργάτες των Βενετών.

Είναι προφανές ότι τα παραπάνω συμβάντα δεν θα ήταν τα μόνα, αλλά μάλλον λόγο έλλειψης στοιχείων δεν υπάρχουν άλλες δικαστικές αποφάσεις. Το γεγονός ότι συγκροτείται ιεροδικείο στην περιοχή της Μεσαράς φανερώνει ενδεχομένως την μεγάλη  εγκληματικότητα, και την ανάγκη  παραδειγματισμού. Εικοσιπέντε χρόνια μετά την κατάκτηση της Κρήτης, φαίνεται ότι στην περιοχή της Μεσαράς υπάρχουν ακόμα έντονες επιρροές από την Βενετία.

Μερικά χρόνια πριν, το 1689, λόγω του Βενετό-Οθωμανικού Πολέμου, οι κάτοικοι της Πυργιώτισσας στρατολογούνται με διαταγή[13] του Γενικού Διοικητή Κρήτης, Μεχμέτ Πασά, προκειμένου να επανδρώσουν τους Πύργους σε Βόλακα, Μάταλα, Μανούσου, Κουκλώτη, Σποργιά, Πυργιώτισσα, Γουργούρη και να συνδράμουν στην έγκαιρη προειδοποίηση του Οθωμανικού στρατού. Επίσης για να αποφευχθεί τυχόν συνεργασία με τους Βενετούς, οι κάτοικοι εντέλλονται να αποζημιώσουν  σε τυχόν φθορές μουσουλμανικής περιουσίας ή λίτρων για απελευθέρωση αιχμαλώτων.

Έως το 1715 όπου οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν τη Σπιναλόγκα, και πλέον ο Ενετικός κίνδυνός απομακρύνεται περισσότερο, μειώνεται και η στρατιωτική ετοιμότητα. Οι γενίτσαροι, αυτοκρατορικοί (Kapu-Kulu) και ντόπιοι (Yerli-Yeniceri) αποτελούν την στρατιωτική δύναμη που βρίσκεται στην Κρήτη. Παρόλο που η Υψηλή Πύλη αρχικά απαγόρευε την φορολογική καταπίεση των κατοίκων, η κατάσταση αλλάζει το 1720. Οι Οθωμανοί ενοικιαστές γης «μαλικιανέ αγασί», αλλά και οι χριστιανοί «κετχουντάδες», πρόεδροι επαρχιών καταδυναστεύουν τους φορολογούμενους, ενώ φόρο απαιτούσε και η Μητρόπολη Κρήτης. Ο κεφαλικός φόρος ή φόρος υποτέλειας που ήταν και ο κυριότερος, αφού δέχτηκε αρκετές τροποποιήσεις καταργήθηκε με τη συνθήκη της Χαλέπας το 1878.

Ο 18ος αιώνας φαίνεται ότι προχωράει χωρίς πολεμικά γεγονότα για την επαρχία της Πυργιώτισσας ή γεγονότα που να διαταράσσουν την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας. Οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Γαλλίας είναι έντονες. Η εξαγωγή αγροτικών προϊόντων προς τη Δύση, κυρίως Μάλτα και Μασσαλία είναι συστηματική. Η κατάσταση αυτή θα ανατραπεί  το 1770 με την Επανάσταση του Δασκαλογιάννη στο πλαίσιο των «Ορλωφικών» η οποία έλαβε χώρα στα Σφακιά.

Τριάντα χρόνια μετά, ξεκινάει στη Μεσαρά  η αύξηση των επιδρομών Χαΐνηδων. Στην ιστορική μνήμη, οι Χαΐνηδες έχουν μείνει ως οι προστάτες των Χριστιανών και οι τιμωροί των Μουσουλμάνων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στη Μεσαρά ήταν ο Δημήτριος Λογιάκης-Βαρούχας ή Λόγιος, του οποίου ο πατέρας φονεύθηκε το 1780 από γενίτσαρους. Αυτή η  ρομαντική πλευρά πολλών Χαΐνηδων επιδέχεται αμφιβολιών σχετικά με τα κίνητρα που τους ώθησαν στο «αρματωλίκι» όπως θα φανεί ξεκάθαρα παρακάτω. 

Η αναμφισβήτητη βιαιότητα των γενίτσαρων ενάντια στους χριστιανούς αλλάζει το 1812, επί του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’. Για το λόγο αυτό, στέλνεται στην Κρήτη ο  πασάς Χατζή Οσμάν, ο επονομαζόμενος «Πνιγάρης». 

Η επανάσταση του 1821 βρίσκει την περιοχή της Μεσαράς να συμμετέχει ενεργά στον αγώνα εναντίον των Οθωμανών. Ηγετική και εξέχουσα μορφή είναι ο Μιχαήλ (Χουσεΐν) Κουρμούλης, σημαίνων στέλεχος της Φιλικής Εταιρίας και κρυπτοχριστιανός[14]. Πεδίο μάχης γίνεται για ακόμη μια φορά το χωριό Βαθιακό (περιοχή Αμπαδιάς), όπου οι χριστιανοί επαναστάτες προέβησαν σε σφαγές Μουσουλμάνων. Για να προλάβουν οι χριστιανοί την απάντηση των Οθωμανών, απομακρύνονται από την περιοχή χίλιοι διακόσιοι άμαχοι με πλοία για τα Σφακιά, ενώ ο υπόλοιπος άμαχος πληθυσμός καταφεύγει στους πρόποδες του Ψηλορείτη.

Από το 1821 έως και το 1830 όπου αρχίζει η Αιγυπτιοκρατία στην Κρήτη, η περιοχή της Πυργιώτισσας γίνεται κυριολεκτικά πεδίο μάχης.  Όπως αναφέρθηκε και στην εισαγωγή ο ασφαλέστερος τρόπος για να επιτεθεί ο Οθωμανικός στρατός στα μεγάλα επαναστατικά κέντρα σε Λευκά Όρη και Ίδη ήταν μέσω του Τυμπακίου.  

Μάχες χωρίς τέλος

Παρόλο που στην απογραφή του Άγγλου περιηγητή R.Pashley το 1834[15], η  επαρχία Πυργιώτισσας έχει διακόσες εξήντα οκτώ (268) Χριστιανικές και ενενήντα μία (91) Μουσουλμανικές οικογένειες, τα αμέσως προηγούμενα χρόνια φαίνεται δύσκολο με τη σφοδρότητα και τη συχνότητα των μαχών στην περιοχή, ο πληθυσμός να είχε αυτή την αναλογία. Προσωπική άποψη, χωρίς να έχουν βρεθεί επαρκή τεκμήρια είναι ότι την περίοδο αυτή οι Τυμπακιανοί ζουν στην περιοχή των Σφακίων, οι οποίοι αργότερα επανέρχονται στον τόπο τους. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι πολλοί σύγχρονοι Τυμπακιανοί έχουν καταγωγή από τα Σφακιά.

Δυο σημαντικά πολεμικά γεγονότα που αντικατοπτρίζουν  την κατάσταση την περίοδο 1821-1830 είναι ο φόνος του Χαΐνη-Μοναχού, Ιωάννη Μαρκάκη ή Ξωπατέρα, στη Μονή Οδηγήτριας και ο φόνος του γενίτσαρου Αγριολίδη ως εκδίκηση για τον πρώτο φόνο. Αξίζει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τον αστικό μύθο[16] ο Ξωπατέρας λόγω της  επαναστατικής δράσης τού κλήθηκε από την Υψηλή Πύλη να παρουσιαστεί στον Σουλτάνο Μαχμούτ Β’, προκειμένου να τον συνετίσει.

Την περίοδο της Αιγυπτιοκρατίας, μεγάλο ποσοστό του Χριστιανικού πληθυσμού, κυρίως συμμετέχοντες στις επαναστάσεις, απογοητευμένοι από το Πρωτόκολλο του Λονδίνου που δεν ενσωμάτωνε την Κρήτη στο  Ελληνικό κράτος και φοβούμενοι ότι θα κυνηγηθούν, μεταναστεύουν στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Το ίδιο  συμβαίνει  και με Μουσουλμανικούς πληθυσμούς προς την Μικρά Ασία.

Το 1841 η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναλαμβάνει ξανά τη Διοίκηση της Κρήτης.  Ο Διοικητής της Κρήτης, Μουσταφά Πασάς προσπαθεί να διατηρηθεί η ειρήνη στο νησί.  Οι επαναστάτες Χριστιανοί που είχαν μεταναστεύσει την προηγούμενη δεκαετία στον υπόλοιπο Ελλαδικό χώρο επιστρέφουν.

Κατόπιν συνάντησης που είχε ο Μουσταφά Πασάς  με τον Μιχάλη Κόρακα[17], μόλις επαναπατρίστηκε ο δεύτερος  στο νησί, τον ορίζει ως αντιπρόσωπο του χριστιανικού πληθυσμού της Μεσαράς στο Νομαρχιακό Συμβούλιο[18]. Λόγω αυτού του αξιώματος, ο Μιχάλης Κόρακας με την οικογένεια του ζουν στο Ηράκλειο  από το 1841 ως το 1856 όπου θα φύγει για τον τόπο καταγωγής του, το χωριό  Πόμπια, εξαιτίας καταστροφικού σεισμού[19].

Το 1858 τα καθήκοντα του Μουσταφά Πασά έχει αναλάβει ο γιός του Βελή Πασάς, του οποίου η μητέρα είναι χριστιανή καταγόμενη από τα Σκουλούφια Ρεθύμνου[20]. Εξαιτίας των επιπλέον φόρων που επέβαλλε, προκαλεί την κινητοποίηση των χριστιανών, κυρίως στα Χανιά.  Λόγω του υποκινητή της, ονομάστηκε «Επανάσταση του Μαυρογένη»[21], παρόλο που ήταν αναίμακτη.  Η κατάσταση φαινόταν να βρίσκεται σε αδιέξοδο, στο οποίο συνέβαλλαν ο Άγγλος πρόξενος και ο Μητροπολίτης Κρήτης. Άμεση ήταν η αντίδραση του Σουλτάνου Αβδούλ Μετζίτ, ο οποίος έστειλε αντιπροσωπεία προκειμένου να επέμβει και να μην διασαλευτεί η ειρήνη, στο πλαίσιο των διατάξεων του Χάττι Χουμαγιούν.

Η Γαλλία βλέποντας να αποδυναμώνεται η επιρροή της στην Κρήτη, προσπαθεί μέσω της Καθολικής Προπαγάνδας να προσεταιριστεί τον χριστιανικό πληθυσμό, ώστε να διασπάσει τη σχέση Οθωμανικής Διοίκησης-Αγγλικού Προξενείου-Ορθόδοξης Μητρόπολης[22]. Έτσι  αφήνει να διαδοθεί ότι, όσοι προσχωρήσουν στον Καθολικισμό θα βρίσκονταν υπό την αιγίδα της Γαλλίας. Είναι χαρακτηριστική η επιστολή του υποπρόξενου Αντωνιάδη στις 5 Φεβρουαρίου 1860 προς το  Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος όπως την αναφέρει ο Μ. Πεπονάκης (1997)[23]: «Οι κάτοικοι του χωριού Τυμπάκι εν τη επαρχία Καινουργίου της Μεσαράς εξώμωσαν (προς τον Καθολικισμό), μη εξαιρουμένου ουδ΄αυτού του ιερέως Δημητρίου (Ασκοξυλάκη). Η αντίδραση της Εκκλησίας της Κρήτης, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Εκκλησιάς της Ελλάδας, και του Αγγλικού Προξενείου είναι άμεση, αφού το ίδιο έτος (1860), η πλειοψηφία των χριστιανών,  έχει επανέλθει στην Ορθοδοξία[24].  

Τον Αύγουστο του 1866 ξεκινάει η επόμενη μεγάλη επανάσταση, καθώς είχε προηγηθεί η απόρριψη του υπομνήματος  Επιτροπής προς τον Σουλτάνο Αβδούλ Αζίζ, με το οποίο ζητούσαν ευνοϊκότερη φορολόγηση  και αμερόληπτη δικαιοσύνη[25]. Η επανάσταση αυτή στηρίχτηκε  από την Ρωσία και τον υποπρόξενο της στο Ηράκλειο, Ιωάννη Μητσοτάκη.

Η επανάσταση έχει πολλές εστίες, όπως και  η απάντηση του Οθωμανικού στρατού που ήταν άμεση. Οι κάτοικοι του Τυμπακίου είναι θύματα αυτής της απάντησης. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1866 ο οικισμός καταστρέφεται ολοσχερώς, οι εκκλησίες βεβηλώνονται, ενώ οι ωμότητες που διαπράττονται είναι απερίγραπτες[26]. Πλέον στο Τυμπάκι θα βρίσκεται μόνιμη  Οθωμανική φρουρά[27] καθ ’όλη την περίοδο της επανάστασης της περιόδου 1866-1869 και η οποία εξαπολύει επιθέσεις στις ορεινές περιοχές όπου βρίσκονται επαναστάτες. Παρόλο που δεν υπάρχουν τεκμήρια ως τώρα, φαίνεται πολύ πιθανό την παραπάνω περίοδο οι Τυμπακιανοί να εγκατέλειψαν τον οικισμό ξανά όπως συνέβη το 1821, δεδομένου ότι καταστράφηκαν τα σπίτια και η βιαιότητα των Οθωμανών ήταν ιδιαίτερη έντονή.         

Με τη λήξη της επανάστασης οι χριστιανοί οπλαρχηγοί  παραδίδονται και μεταφέρονται στα Χανιά. Κατόπιν της Διάσκεψης των Παρισίων, η Υψηλή Πύλη εκδίδει Οργανικό Νόμο που παραχωρεί αμνηστία στους επαναστάτες, ο οποίος όμως δεν εφαρμόζεται πλήρως[28].

Το 1878 πραγματοποιείται νέα επανάσταση ως αποτέλεσμα της Ρώσο-Οθωμανικής Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Την επανάσταση εποφθαλμιά η Αγγλία, όπου αναμένει μετά την ήττα των επαναστατών να προσεταιριστεί τον Χριστιανικό πληθυσμό[29]. Το «Κίνημα των Αδερφοχτών της Μεσαράς»[30] ανήκει σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο.  Μερίδα χριστιανών των επαρχιών Πυργιώτισσης, Μονοφατσίου και  Καινουργίου κατηγορεί τους Χαΐνηδες - επαναστάτες ότι συνεχίζουν να λαμβάνουν το φόρο της δεκάτης και τα έσοδα από περιουσίες Μουσουλμάνων που τις είχαν εγκαταλείψει.

Ακόμα τους κατηγορούσαν για ασυδοσία, κλοπές και έλλειψη τάξης[31]. Η κατάσταση είναι τεταμένη ενώ υπάρχουν θύματα από την αντιπαράθεση των Χριστιανών. Από αυτό το γεγονός φαίνεται  ότι οι προθέσεις κάποιων  Χαΐνηδων, δεν ήταν πάντοτε υπέρ του «κοινού εθνικού καλού». 

Από το 1858 και έπειτα,  οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι του Τυμπακίου  αλλά και  των υπόλοιπων χωριών της Πυργιώτισσας θα ζήσουν στο Ηράκλειο[32]. Το 1881 ο πληθυσμός του Τυμπακίου είναι 1070 κάτοικοι, όλοι χριστιανοί ενώ το 1900, εν μέσω Κρητικής Πολιτείας το Τυμπάκι έχει πληθυσμό χιλίων τετρακοσίων σαράντα δυο (1442) κατοίκων, επίσης όλων χριστιανών[33].

Στις 24 Οκτωβρίου 1898 η Οθωμανική εξουσία παύει  να υφίσταται στην Κρήτη και αντικαθίσταται από την Κρητική Πολιτεία.  Πρώτοι πληρεξούσιοί της Συνέλευσης των Κρητών από την επαρχία Πυργιωτίσσης ήταν οι: Απόστ. Στεφανίδης, Ιωαν. Πωλιουδάκης, Ιωαν. Διανεφτάκης, Κωνστ. Μ. Παπαδάκης, Χ. Καπελλάκης, Εμμ. Κονιωτάκης[34]

Συμπεράσματα - Επίλογος

Πριν την έναρξη της έρευνας στην βιβλιογραφία, για τις ανάγκες της εργασίας, υπήρξε από μέρους μου η πρόθεση να αναδείξω άλλες πτυχές της Ιστορίας, εκτός των πολεμικών συγκρούσεων και του δίπολου Έλληνες-Οθωμανοί στην περιοχή της Πυργιώτισσας. Η συντριπτική βιβλιογραφία που συγκεντρώθηκε, και αφορά την περιοχή είναι από την πλευρά των Ελλήνων αλλά και περιηγητών οι οποίοι είναι εμφανές ότι έχουν μια νοσταλγία προς την Αρχαία Ελλάδα. Ως εκ τούτου, η έρευνα εξ αρχής δεν είναι αμερόληπτη[35].

Οι κάτοικοι της Πυργιώτισσας, σε όλη την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας της Κρήτης, βρέθηκαν πολλές φορές θύματα, όχι απαραίτητα των Μουσουλμάνων. Το Τυμπάκι όπως αναφέρθηκε και στην εισαγωγή αποτέλεσε για μεγάλα διαστήματα μια αρένα οπού ανεξαρτήτως νικητή, θύματα ήταν οι ντόπιοι κάτοικοι.  

Παρόλο που οφείλω να έχω κατά νου το αξίωμα: «Η Ιστορία είναι του παρόντος», γίνονται αυθόρμητα συγκρίσεις του παρελθόντος με το παρόν. Έτσι θα ήθελα ως επίλογο να αναφέρω   απόσπασμα της περιγραφής του περιηγητή Ιωσήφ Χατζηδάκη (1881) φτάνοντας στο Τυμπάκι: «Ήδη τότε η κυριωτάτη οδός, δι΄ής κοινωνεί η Ευρώπη μετά των Ινδιών είνε ο πορθμός του Σουέζ η πρώτη ξηρά, ην απαντώσι τα απ΄Αφρικής εις Ευρώπην πλέοντα πλοία είνε η μεσημβρινή της Κρήτης παραλία, εν η δυστυχώς ουδείς λιμήν ουδέ πόλις υπάρχει, και όμως πόσον μέγα διαμετακομιστικόν εμπόριον θα συνεκέντρου εμπορικός λιμήν εντάυθα ευρισκόμενος; Αλλ΄ονειροπολούμεν (…)[36]».

Παραπομπές

[1] Λενακάκης, Ανδρέας, Πυργιώτισσα: Ονομάτων Επίσκεψις, Ηράκλειο (εκδόσεις Δήμος Ηρακλείου) 2013.

[2]Λενακάκης, Ανδρέας, ο.π.

[3] Τα χωριά της Αμπαδιάς είναι περίπου 20 χωριά που βρίσκονται στα νότια της επαρχίας Αμαρίου, με πρωτεύουσα το Βαθυακό.  Κατά μια άποψη,  μετά   την Αραβοκρατία της Κρήτης (824 – 961 μ.Χ.) παρέμειναν στην περιοχή αυτή Αραβικοί πληθυσμοί έως και Οθωμανική περίοδο.

[4] Σχετικά με την προέλευση του ονόματος  Μεσαρά υπάρχει λαϊκή ετυμολογία: Οι πρώτοι πειρατές που αποβιβάστηκαν στην παραλία φώναξαν «Μessirak», που σημαίνει «Ωραία όαση» (Ανδρέας Λενακάκης ο.π., 29).

[5]Ταβερναράκης, Στυλιανός: Οι αγώνες των Μεσαριτών στην Κρήτη, Τόμος Α΄, Ηράκλειο Κρήτης (εκδόσεις Αντίλαλος) 2004, 127.

[6]Αλεξίου, Στυλιανός, Μαρίνου Τζανέ Μπουνιαλή του Ρεθυμναίου, Ο Κρητικός Πόλεμος (1645-1669), Αθήνα 1995, 288.

[7] Κρητικά Χρονικά, Τόμος ΚΕ- τεύχος Ι, 110-113.

[8]Παπασταματίου, Δημήτριος. & Κοτζαγεώργης, Φωκίων, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Πολιτικής Κυριαρχίας, Θεσσαλονίκη 2016, 50.

[9]Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Οδηγήτριας και τα Ερημητήρια της, Ε’, (Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Οδηγήτριας) 2015, 25.

[10] Χαΐνηδες ονόμαζαν οι Τούρκοι τους χριστιανούς αντάρτες στην Κρήτη, από την αραβική λέξη χαΐν που σημαίνει τον επίβουλο, τον προδότη, τον αχάριστο (https://el.wikipedia.org/wiki/Χαΐνηδες)

[11]Σταυρινίδης, Νίκος, «Μεταφράσεις Τούρκικών ιστορικών εγγράφων», τόμος Β΄, 442-445, τόμος Γ, 1.

[12]

[13]Σταυρινίδης, Νίκος, ο.π., τόμος Β’, 330,331,343.

[14] Ταβεναράκης, Στυλιανός, ο.π., 177.

[15] Ο  Μιχ. Κόρακας (1797-1889) υπήρξε ηγετική μορφή των επαναστάσεων στην Κρήτη, από το 1821 έως και το 1878. Εκτός των πολεμικών και ηγετικών του ικανοτήτων διακρίθηκε για την ανιδιοτέλεια  και το ήθος του.

[16] Ταβεναράκης, Στυλιανός, ο.π., 240.

[17] Ο.π., 241.

[18] Ο.π., 243.

[19]Ταβεναράκης, Στυλιανός, ο.π., 246.

[20] Ο.π., 248.

[21] Ο.π., 257.

[22] Παπασταματίου, Δημήτριος. & Κοτζαγεώργης, Φωκίων, ο.π.

[23]Πεπονάκης, Μανόλης, Εξισλαμισμοί και Επανεκχριστιανισμοί στην Κρήτη (1645-1899), Ρέθυμνο (Νέα Χριστιανική Κρήτη) 1997, 113.

[24] Ταβερναράκης, Στυλιανός, ό.π., 323.

[25]  Ό.π., 285-329.

[26] Τσατσαρωνάκη, Κατίνα, Μια έκθεσις ωμοτήτων του 1866, Κρητικά Χρονικά, Η΄(1), 1954, 7-43.

[27]Μυλονογιάννης, Γεώργιος, Η επανάσταση του 1878 στην Κρήτη και η σύμβαση της Χαλέπας, Χανιά (University of Crete Library) 2007.

[28]Ταβερναράκης, Στυλιανός, ό.π., 601.

[29]Ο.π., 602-617.

[30] Γρυντάκης, Γιάννης, Σφάζετε… σφάζουμε, Αθήνα (Ελληνικά Γράμματα) 2007, 221.

[31] Σταυράκης, Νικόλαος, Στατιστική του Πληθυσμού της Κρήτης, μετά διαφόρων γεωγραφικών, ιστορικών, αρχαιολογικών κτλ ειδήσεων περί της νήσου, Αθήνα (Τυπογραφείον «Παλιγγενεσεία» Ιω. Αγγελοπούλου) 1890, Μέρος Δεύτερον, πίναξ 4, 57.

[32] Επίσημος Εφημερίς της Κρητικής Πολιτείας, Παράρτημα του υπ’ αριθμ. 1 φύλλου τεύχους της Επισήμου Εφημερίδος, Αριθ. Διατ.43, 11 Μαρτίου 1904, «Στατιστική της Κρήτης- Πληθυσμός», 27.

[33] Ταβερναράκης, Στυλιανός, ό.π., 880.

[34] Ό.π., 880-885.

[35] Αναστασόπουλος, Αντώνης. Κολοβός, Ηλίας. & Σαρηγιάννης, Μαρίνος, Οι πρώτοι δυο αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας στην Κρήτη (1645-1821): νέες πηγές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις, 12ο Κρητολογικό Συνέδριο 2016 Πεπραγμένα, Κρητικά Χρονικά ΛΖ΄, Ε.Κ.Ι.Μ 2017.

[36]Χατζιδάκης, Ιωσήφ, Περιήγησις εις Κρήτην, Ερμούπολη (Νικόλαος Βαρβαρέσος) 1881.

Βιβλιογραφία
 
Ελληνόγλωσση

Αναστασόπουλος, Αντώνης. Κολοβός, Ηλίας. & Σαρηγιάννης, Μαρίνος, Οι πρώτοι δυο αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας στην Κρήτη (1645-1821): νέες πηγές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις, 12ο Κρητολογικό Συνέδριο 2016 Πεπραγμένα, Κρητικά Χρονικά ΛΖ΄, Ε.Κ.Ι.Μ 2017.

Γκαρά, Ελένη. & Τζεδόπουλος, Γιώργος, Χριστιανοί και μουσουλμάνοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία – Θεσμικό Πλαίσιο και Κοινωνικές Δυναμικές, ΣΕΑΒ 2015.

Γρυντάκης, Γιάννης, Σφάζετε…σφάζουμε, Αθήνα (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) 2007.

Δετοράκης, Θεοχάρης, Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειο 1990.

Δημητριάδης, Δημήτριος. & Δασκάλου, Διονυσία, Κώδικας των Θυσιών. Ονόματα και δημεύσεις περιουσιών των Χριστιανών αγωνιστών της Ανατολικής Κρήτης κατά την Επανάσταση του 1821, Ηράκλειο 2003.

Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Οδηγήτριας και τα Ερημητήρια της, Ε’, (Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Οδηγήτριας) 2015.

Λενακάκης, Ανδρέας, Πυργιώτισσα Ονομάτων επίσκεψις, Ηράκλειο (εκδόσεις Δήμος Ηρακλείου) 2013.

Μυλονογιάννης, Γεώργιος, Η επανάσταση του 1878 στην Κρήτη και η σύμβαση της Χαλέπας, Χανιά (University of Crete Library) 2007. Ανακτήθηκε 16 Δεκεμβρίου, 2020, από: https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/d/c/b/metadata-1499326305-177971-3711.tkl

Παπασταματίου, Δημήτριος. & Κοτζαγεώργης, Φωκίων, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Πολιτικής Κυριαρχίας, Θεσσαλονίκη 2016.

Πεπονάκης, Μανόλης, Εξισλαμισμοί και Επανεκχριστιανισμοί στην Κρήτη (1645-1899), Ρέθυμνο (εκδόσεις  Νέα Χριστιανική Κρήτη) 1997.

Ταβερναράκης, Στυλιανός, Οι αγώνες των Μεσαριτών στην Κρήτη, Α΄, Ηράκλειο Κρήτης (εκδόσεις Αντίλαλος) 2004.

Τσατσαρωνάκη, Κατίνα, Μια έκθεσις ωμοτήτων του 1866, Κρητικά Χρονικά, Η΄(1), 1954.

Χατζιδάκης, Ιωσήφ, Περιήγησις εις Κρήτην, Ερμούπολη (εκδόσεις Νικόλαος Βαρβαρέσος) 1881.

 
Ξενόγλωσση

Sieber, Franz Wilhelm, Ταξιδεύοντας στη νήσο Κρήτη το 1817, Αθήνα (εκδόσεις Ιστορητής) 1994.

 

  24 March, 2021 ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑΑΡΘΡΑΓΝΩΜΕΣ